Friday, June 23, 2017

Καρτέλα-μητρώο προσφυγικών οικισμών στη Νίκαια

Καρτέλα-μητρώο προσφυγικών οικισμών στη Νίκαια
(συντάκτριες: Άννα Λάμπρου - Αλεξάνδρα Μούργου)

Ταυτότητα προσφύγων
Προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα την πολυδιάστατη γεωγραφία της προσφυγιάς, θεωρούμε απαραίτητη την αναδρομή στην ταυτότητα των Μικρασιατών προσφύγων. Εξάλλου, όπως αναφέρει κι η Μάσσεϋ (1995), «η ταυτότητα ενός τόπου και της μοναδικότητά του είναι προϊόν συνδυασμού επάλληλων στρωμάτων λαών και πολιτισμών». Πριν εκδιωχθούν από την πατρίδα τους, το κοινωνικό περιβάλλον ήταν ποικίλο και πολυσχιδές. "Ο πυρήνας της στη Μικρά Ασία ήταν παραγωγικός και ο πληθυσμός της μεγάλος και πολυποίκιλος από γλωσσική, πολιτισμική και εθνολογική άποψη. Τις σπουδαιότερες μειονότητες αποτελούσαν οι Αρμένιοι, οι Εβραίοι, οι Βούλγαροι, οι Λεβαντίνοι και οι Τσιγγάνοι, ενώ οι Έλληνες, που ήταν οι πολυπληθέστεροι, πρέπει να απαριθμούσαν 1,5 εκατομμύριο περίπου" (Χίρσον 2004 : 48). Κατά την επίσημη γεωγραφική ορολογία, η λέξη "Ανατολή" εμπεριέχει την Εγγύς, Μέση και Άπω Ανατολή. Ο όρος Ανατολία αναφέρεται στο εσωτερικό της Ασιατικής Τουρκίας, ο όρος Λεβάντε στις περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, δηλαδή την ανατολική πλευρά του Αιγαίου Πελάγους, την δυτική, νότια και βόρεια ακτή της Μικράς Ασίας, με τις πόλεις, τα λιμάνια, και τα εμπορικά τους κέντρα και γενικά ολόκληρη την παραλιακή ζώνη της Μικράς Ασίας. 
Με τον όρο Λεβάντε, υποδηλώνεται συνήθως ολόκληρος ο πολιτισμός που είχε αναπτυχθεί από τις μη μουσουλμανικές μειονότητες που κατοικούσαν σ' εκείνες τις περιοχές. χαρακτηριστικοί είναι οι όροι "Έλληνες της Μικράς Ασίας" σε αντίθεση με τους Έλληνες της Ευρωπαϊκής Ελλάδας. Οι όροι "από την Ανατολή", Ανατολίτης, Τούρκος ή Οθωμανός χρησιμοποιούνται αντίστοιχα για τους κατοίκους της Ανατολής, της Ανατολίας και της Τουρκίας. Υπήρξαν πάμπολλες εθνοτικές ομάδες στη Μικρά Ασία. Υπήρχαν Έλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι που μιλούσαν την τουρκική. Υπήρχαν, όπως ξέρουμε, δυτικοί καθολικοί Φράγκοι που χρησιμοποιούσαν ένα ιδίωμα περισσότερο ελληνικό παρά γαλλικό. Υπήρχαν ακόμη Τούρκοι που είχαν ασπαστεί το χριστιανισμό ή μιλούσαν ελληνικά, και άπειροι άλλοι παρόμοιοι συνδυασμοί (Γκιζελή 1984). Σε αντίθεση με τους Έλληνες της Παλαιάς Ελλάδας, οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν εκτέθηκαν ούτε στις αρνητικές συγκρίσεις με την κλασική αρχαιότητα (Κωστής 2015) ούτε στη διαμάχη για τη γνησιότητα της καταγωγής τους, που σημάδεψε την εικόνα των Ελλαδιτών για τους εαυτούς τους, την κοινωνία τους και τους υποτιθέμενους δεσμούς τους με το Βυζάντιο. Το σημείο αναφοράς τους ήταν η Κωνσταντινούπολη, όχι Αθήνα. 
Μετά τον ερχομό τους στην Ελλάδα και μέχρι το 1928, οι περισσότεροι πρόσφυγες είναι πεισμένοι ότι θα ξαναγυρίσουν στη γη τους και στις εστίες τους. […] από τη μεριά του, το κράτος δεν έχει λόγο να μην καλλιεργεί το μύθο του προσωρινού (Γκιζελή 1984). Ο όρος "πρόσφυγας" δηλώνει έναν ιδιαίτερο τρόπο μετανάστευσης, την αναγκαστική φυγή από την πατρική γη. […] Είναι φανερό ότι η διατήρηση του όρου "πρόσφυγας" έκλεινε σε μία μόνο λέξη μια αίσθηση ιδιαίτερης ταυτότητας, που αποτελούνταν από διάφορα στοιχεία, με δύο κύρια συστατικά: από τη μία μεριά, την περιθωριακή και μειονεκτική τους θέση μέσα στην ελληνική κοινωνία για πολλά χρόνια, που τους ωθούσε σ' έναν συγκεκριμένο πολιτικό αγώνα (από αυτή την άποψη ταυτότητα του "πρόσφυγα" πρόβαλε μέσα από αιτήματα αποζημίωσης, τα οποία τους έκαναν να λειτουργούν σαν οργανωμένη ομάδα με κοινά συμφέροντα) · από την άλλη η καλά ανεπτυγμένη σ' αυτούς αίσθηση ταυτότητας αντανακλούσε την παλιά τους θέση στην οθωμανική κοινωνία και τους ωθούσε να χαράζουν όρια σε σχέση με τις υπόλοιπες μειονότητες. Μολονότι η πλειοψηφία των αστών προσφύγων στους μεγάλους οικισμούς περιορίστηκε στις κατώτερες βαθμίδες της κοινωνικής και οικονομικής κλίμακας, εκείνοι προέβαλλαν τους ισχυρισμούς τους περί πολιτισμικής ανωτερότητας, επικαλούμενοι τις λεπτές συμπεριφορές: "Οι πόλεις στη Μικρά Ασία ήταν κοσμοπολίτικες και πολύβουες.[…] Στο πρώιμο αυτό στάδιο επαφής άρχισαν να διαμορφώνουν αρνητική γνώμη για τους γηγενείς Έλληνες (κάτι που εκείνοι ανταπέδιδαν με άλλα κριτήρια). Οι νεοφερμένοι θεωρούσαν τους ντόπιους στενόμυαλους, αμαθείς και άξεστους" (Χίρσον 2004: 54). 
Σύμφωνα με τη Χίρσον (2004), παρότι ανάμεσα σε αυτό το τμήμα του αστικού προσφυγικού πληθυσμού και τους ντόπιους δεν υπήρχαν πολλές εμφανείς διαφορές πέρα από τα ιστορικά βιώματα, η αλληλεπίδρασή τους δημιουργούσε όρια, κάτι που έχει αναγνωριστεί ως χαρακτηριστικό γνώρισμα των μειονοτικών ομάδων που σχετίζεται με μία υποκειμενική φύση των διαφόρων διακρίσεων. Η συλλογική μνήμη των προσφύγων είχε συμβάλει αποφασιστικά στη δημιουργία και τη διατήρηση αυτού του διαχωρισμού, οικοδομώντας τον πάνω σε αναμνήσεις του οθωμανικού παρελθόντος. Η ενεργή χρήση των αναμνηστικών πράξεων εξασφάλιζε την συνεχή παρουσία του παρελθόντος μέσα στο παρόν (Χίρσον 2004:90), και έρεισμα για το χτίσιμο του μέλλοντος. "Το ‘εκεί’, αποτελεί σημαντικό μέρος της συνολικής αφήγησης, που επανέρχεται ως καθοριστική αναφορά, ανάμνηση, νοσταλγία, μέτρο σύγκρισης με το ‘εδώ’, τόπος που συνδέεται με αγαπημένα πρόσωπα και οικείες πρακτικές, αλλά και τόπος από τον οποίο επιδίωξαν να φύγουν» (Βαḯου κ.α. 2007:107).
Για τους ξεριζωμένους Μικρασιάτες, ο τόπος καταγωγής παρέμενε σημείο αναφοράς. Η ταύτιση με βάση την ιδιαίτερη πατρίδα χρησιμοποιούνταν ως μέσο προσανατολισμού και προσαρμογής, ώστε να δημιουργηθεί ένας οικείος γεωγραφικός τόπος μέσα στον άγνωστο χώρο. Οι διακρίσεις μεταξύ προσφύγων με βάση τον τόπο καταγωγής δεν έλειπαν, και τα τοπικά στερεότυπα της Μικράς Ασίας χρησιμοποιούνταν στην καθημερινή γλώσσα πολλές δεκαετίες μετά την εγκατάσταση. Όπως αναφέρει η Χίρσον (2004:74) : "Οι κάτοικοι των παραλίων της Ιωνίας που αντιπροσώπευαν τους Σμυρνιούς θεωρούνταν κοινωνικοί κι γλεντζέδες, με προοδευτικές ιδέες, επιπόλαιοι, εριστικοί, κουτσομπόληδες και με χαλαρή ηθική (ιδίως οι γυναίκες). Οι περιοχές όπου είχαν εγκατασταθεί οι Σμυρνιοί ήταν ανοργάνωτες και θορυβώδεις. Οι άνθρωποι από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας (οι "Τουρκομερίτες" ή "Ανατολίτες" ή "Καραμα(ν)λήδες θεωρούνταν σοβαροί, φιλήσυχοι και αφοσιωμένοι στις οικογένειές τους και τους αποκαλούσαν αργόστροφους, βραδυκίνητους, και "χοντρούς". Οι Πόντιοι που μιλούσαν την αρχαϊκή τους διάλεκτο είχαν ιδιαίτερη παράδοση στη μουσική, το τραγούδι και το χορό κι θεωρούνταν εργατικοί συντηρητικοί και περήφανοι και "εκ φύσεως" πεισματάρηδες. Οι Κωνσταντινουπολίτες θεωρούνταν καλύτεροι απ' όλους τους άλλους , άσχετα με την περιουσία τους ή τη θέση τους μέσα στην κοινότητα που τους προσέδιδε αυτοπεποίθηση ανεξάρτητα από τις τρέχουσες συνθήκες ζωής τους". 

Μετά την έλευση των προσφύγων (Στη “νέα πατρίδα”)
Οι προσφυγικές κι εργατικές γειτονιές: μια νέα φυσιογνωμία
Έχοντας επιλέξει να θεωρούμε την παραγωγή ταυτότητας στην πόλη ως αποτέλεσμα διαδικασιών αλληλεπίδρασης πολλαπλών ταυτοτήτων (Μάσσεϋ 1995), αναρωτιόμαστε ποια ήταν τα στοιχεία που διαμόρφωσαν το χαρακτήρα και την εξέλιξη των προσφυγικών γειτονιών μετά τη μετοίκιση των προσφύγων, τα οποία είναι στην πραγματικότητα μία συνάρτηση του χαρακτήρα των ίδιων των κατοίκων, δηλαδή όσων ήδη κατοικούσαν, και όσων ήρθαν πρόσφυγες μετά την μικρασιατική καταστροφή. Άνθρωποι από διαφορετικούς κόσμους, μπήκαν σε μια διαδικασία υποχρεωτικής συγκατοίκησης, με μόνα κοινά στοιχεία την γλώσσα (κι αυτή όχι σε καθολικό βαθμό μιας και υπήρχε ένα μικρό ποσοστό Μικρασιατών που δε μιλούσε καθόλου ελληνικά, αλλά τούρκικα), την χριστιανική θρησκεία, την κατ’ επίφαση «ελληνική εθνικότητα» και, τέλος, τις δύσκολες συνθήκες της φτώχειας και της ανέχειας. Οι δύο αυτοί διαφορετικοί κόσμοι, στα πλαίσια αυτής ακριβώς της συγκατοίκησης, έρχονται να δημιουργήσουν μία νέα ταυτότητα (Γκιζελή 1984 : 12).
Οι μηχανισμοί αλληλεγγύης επέτρεψαν στους πρόσφυγες να ενταχθούν σχετικά γρήγορα στην εκσυγχρονιστική διαδικασία αλλά κυρίως να γίνουν οι ίδιοι φορείς ενός ιδιόρρυθμου, πιο ανθρώπινου εκσυγχρονισμού (Αναγνωστοπούλου 2006). Στις προσφυγικές γειτονιές στις οποίες τα πρώτα χρόνια εγκαταστάθηκαν αποκλειστικά Μικρασιάτες πρόσφυγες, ύστερα από κάποια χρόνια, άρχισαν να εγκαθίστανται και εσωτερικοί μετανάστες. Eσωτερικοί μετανάστες από τα χωριά, Άνθρωποι που για λόγους καταστροφών (σεισμοί), πολιτικών διώξεων, οικονομικής ανέχειας κλπ, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να βρουν καταφύγιο στα μεγάλα αστικά κέντρα, εγκαταστάθηκαν, μερικοί τουλάχιστον από αυτούς, στους προσφυγικούς συνοικισμούς παίρνοντας τη θέση κάποιων Μικρασιατών που άλλαξαν τάξη, που ξέφυγαν από την προσφυγική "τάξη". Αυτοί οι άνθρωποι βιώνοντας έναν άλλου τύπου κατατρεγμό, έφταναν στα αστικά κέντρα σχεδόν εξαθλιωμένοι, κι ενσωματώνονταν στην "τάξη" των προσφύγων - "προσφυγοποιούνταν" και αυτοί. Αντί να βρεθούν στο περιθώριο των αστικών κέντρων, εντάσσονταν στο πλαίσιο μιας ομάδας με ισχυρούς μηχανισμούς αλληλεγγύης, μέσα από τους οποίους εντάσσονταν με μεγαλύτερη ή λιγότερη δυσκολία στην εκσυγχρονιστική διαδικασία των αστικών κέντρων (Αναγνωστοπούλου 2006).
Η αλληλεπίδραση των προσφύγων με το γηγενή πληθυσμό σε αυτές τις γειτονιές, συνοδεύεται με την ανάδυση μιας κοινωνίας με σαφή αίσθηση ταυτότητας και διατυπωμένες αξίες. Η αναδιοργάνωση της ζωής στους προσφυγικούς συνοικισμούς συνδύασε την απόλυτη φτώχεια του παρόντος με τον πολιτισμικό εξοπλισμό που κουβάλησαν οι πρόσφυγες από τον τόπο τους στο ήθος, στους τρόπους και στις σχέσεις. Ο εξοπλισμός αυτός χαρακτηρίζεται από έντονη κοινωνικότητα, εξωστρέφεια, εξοικείωση με τη ζωή της σύγχρονης πόλης, με μια προηγμένη κουλτούρα επιχειρηματικότητας και επινοητικότητας, με αναβαθμισμένη συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνική ζωή (Τσοκόπουλος 2002).
Σταδιακά οι κλειστοί προσφυγικοί συνοικισμοί έγιναν φορείς στο πλαίσιο των αστικών κέντρων μιας ανοιχτής, εξωστρεφούς καθημερινότητας. "Έγιναν φορείς μιας άλλης καθημερινής κουλτούρας που δεν ήταν η κουλτούρα της αστικής τάξης, δεν ήταν η αγροτική κουλτούρα, ήταν μια λαϊκή κουλτούρα των πόλεων. Η προσφυγική κουλτούρα δεν απέκτησε την εμβέλεια της ελληνικής λαϊκής κουλτούρας χάρη στους πρόσφυγες, ή όχι μόνο χάρη στους πρόσφυγες. Οι προσφυγικοί συνοικισμοί αποτέλεσαν περισσότερο τα φυτώρια για τη γονιμοποίηση αυτής της προσφυγικής κουλτούρας, σε ένα άλλο όμως πλαίσιο που ξεπερνούσε κατά πολύ το προσφυγικό" (Αναγνωστοπούλου 2006). […] Η κουλτούρα των προσφύγων δε θα αποκτούσε κανένα νόημα αν δεν είχε γονιμοποιηθεί κατεξοχήν σε ένα πλαίσιο έντονης πολιτικής, αριστερής κουλτούρας που αναπτυσσόταν στην ελληνική κοινωνία με επίκεντρο πολλές φορές τους προσφυγικούς συνοικισμούς. Ο λαϊκός αυτός πολιτισμός καλλιεργούσε τις δικές του κοινότητες και κοινωνικά δίκτυα και τονιζόταν από την αυθαιρεσία στο χώρο της πόλης (Λεοντίδου 2002). Η ανάμειξη των Μικρασιατών με τους ντόπιους, παρά τα προβλήματα και τις τριβές που παρήγαγε, τις αντιπαραθέσεις και τους κραδασμούς που δημιούργησε στην ελληνική κοινωνία, είχε σημαντικότατες συνέπειες στην εξέλιξη αυτής της κοινωνίας. Οι προσφυγικοί συνοικισμοί προσφέρονταν ως η κατάλληλη βάση για την ανάπτυξη του αριστερού κινήματος. Μέσα από αυτή τη συνάντηση θεωρούμε ότι γεννήθηκε στην Ελλάδα, ένας όχι ιδιαίτερα μικρασιατικός πολιτισμός, αλλά ένας λαϊκός πολιτισμός (Αναγνωστοπούλου 2006), κοντά στον οποίο θα βρούμε τους πυρήνες της εθνικής αντίστασης: εκεί όπου κατοικούσε το προλεταριάτο των πόλεων της σιωπής. (Λεοντίδου 2001). Όπως συζητήσαμε εκτενώς στα προηγούμενα δύο σεμινάρια, τα γεγονότα του μπλόκο στις 17 Αυγούστου του 1944, παραμένει άσβεστη μνήμη, μολονότι έχουν περάσει σχεδόν εβδομήντα χρόνια.

Συγκρότηση Νίκαιας 
Η ιστορία της περιοχής της Νίκαιας, όπως και πολλών άλλων γειτονικών της περιοχών, συνδέεται με ιστορικές εξελίξεις που στιγμάτισαν τη φυσιογνωμία της νεότερης Ελλάδας. Οι διώξεις κατά των Αρμενίων, από το 1912 μέχρι το 1922, ανάγκασαν πολλά άτομα να έρθουν στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά. Οι Αρμένιοι εγκαταστάθηκαν σε συνοικίες γύρω το ήδη κτισμένο κέντρο του Πειραιά. Το οικιστικό τοπίο της Νίκαιας διαμορφώνεται σταδιακά από κρατικά συγκροτήματα προσφυγικών κατοικιών και από προσφυγικά καταλύματα που προήλθαν από διαδικασίες αυτοστέγασης. Οι συνθήκες διαβίωσης στην περιοχή, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1880, κινούνταν στα πλαίσια οριακής λιτότητας (Τούση 2013).
Η ανάγκη για κατοικία των χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων εκτονώθηκε, κυρίως, μέσα από τη διαδικασία της αυθαίρετης δόμησης. Πολύ περισσότερο από τους ντόπιους, οι πρόσφυγες απολάμβαναν την ανοχή του κράτους στην αυθαίρετη δόμηση, την οποία και τελικά μαζικοποίησαν. Από τους πρόσφυγες ξεκίνησε η άτυπη αστικοποίηση υπό κρατική προστασία (Λεοντίδου 2002). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι Μαντουβάλου και Μαυρίδου στο άρθρο τους «Αυθαίρετη δόμηση: Μονόδρομος σε αδιέξοδο;» (1993:77): «Η αυθαίρετη δόμηση στην Ελλάδα υποκατέστησε μια κρατική κοινωνική πολιτική κατοικίας. Πρόκειται δε, για ένα τύπο αντιμετώπισης της στέγασης των πλατειών λαϊκών στρωμάτων που διαφέρει και από τους δύο βασικούς τύπους που κάλυψαν το ζήτημα αυτό στο διεθνή χώρο: την οργανωμένη δόμηση, που αποτέλεσε τον άξονα της κοινωνικής πολιτικής κατοικίας στις βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες, και τις αυτοκατασκευές μέσω των οποίων στεγάζονται οι αστικοποιούμενοι πληθυσμοί στις υπόλοιπες (περιφερειακές, τριτοκοσμικές ή όπως αλλιώς χαρακτηριστούν) χώρες».
Το 1940 αυτά τα λαϊκά στρώματα, που αποτελούσαν τα 3/4 του πληθυσμού της πρωτεύουσας, έλεγχαν περίπου το 1/3 της οικοδομημένης αστικής περιοχής , σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας. Και η Κοκκινιά το 1940, τη χρονιά που μετονομαζόταν σε Δήμο Νίκαιας, είχε αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα στην πρωτεύουσα και είχε γίνει η πέμπτη σε πληθυσμιακό μέγεθος πόλη της Ελλάδας με 60.000 κατοίκους. (Λεοντίδου 2002). «Η αντιπαροχή λειτουργεί σε όφελος και των λαϊκών στρωμάτων που στεγάστηκαν μέσω αυθαιρέτων [...] αυτός ο συνδυασμός εισήγαγε τα λαϊκά στρώματα και στη σφαίρα παραγωγής κατοικίας [...] και συνέβαλε στην κοινωνική τους ενσωμάτωση». Επιπλέον, σημαντικό ρόλο στην εδραίωση αυτού του συστήματος οικοδόμησης και στην εκτεταμένη χρήση του στις λαϊκές συνοικίες, αποτέλεσε το στοιχείο της αυτοκατασκευής, μιας και «είναι γεγονός ότι οι εργάτες της οικοδομής μαθήτευσαν στο ‘σχολείο’ της αυθαίρετης δόμησης» (1993:87).
Η σημερινή Νίκαια εκτείνεται Νότια, από τον λόφο του Βώκου, ο οποίος ονομάζεται και μεγάλος Καραβάς, και την Παλιά Κοκκινιά του Πειραιά · Δυτικά μοιράζεται με το Κερατσίνι το Τουρκοβούνι ή Κοκκινόβραχο ή Σελεπίτσαρι · ανατολικά χωριζόταν από τους τότε λαχανόκηπους στου Ρέντη η λεωφόρος Θηβών και στη Βόρεια πλευρά της συνορεύει με τον Κορυδαλλό, αγγίζοντας τους πρόποδες του όρους Αιγάλεω. (Βεράνης). Σε αυτά τα γεωγραφικά όρια φαίνεται να μην υπήρχε προγενέστερη κατοίκηση κατά τη νεότερη ιστορία και μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, εκτός από ένα ή δυο μετόχια της μονής του Αγ. Σπυρίδωνα ή των Αγ. Ασωμάτων φαίνεται να δραστηριοποιούνται, κατά μήκος της στράτας της Κούλουρης (σημερινή λεωφ. Π. Ράλλη). Την εποχή της δημιουργίας του μεγάλου βιομηχανικού Πειραιά, επισημαίνονται ασβεστοποιεία κοντά στον Καραβά, και σημεία από τη γύρω περιοχή χρησιμοποιούνται, και ως σκουπιδότοποι (συνέντευξη Γιώργου Βεράνη). Στις αρχές του 1923 το ΤΠΠ έκανε μια βιαστική τοπογραφική μελέτη κι η θεμέλια λίθος του προσφυγικού συνοικισμού μπαίνει στις 18 Ιουνίου του 1923. Δόθηκαν σκηνές ως προσωρινά καταλύματα. Τα πρώτα σπίτια κτίστηκαν σε πολύ μικρά οικόπεδα, μόλις 20 έως 25 τ.μ. 
Η εικόνα της πόλης που μόλις άρχισε να οικοδομείται ήταν παρόμοια με τα χωριά: καλύβες από μπαγδατί και λάσπες κατά μήκος ενός ρέματος που ήταν γεμάτη από λυγαριές. (Βεράνης) Στη συνέχεια, αναλαμβάνει η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων τον πολεοδομικό σχεδιασμό, με το στεγαστικό πρόγραμμα διαδοχικών φάσεων που υλοποιήθηκε τα επόμενα 5 χρόνια. ο υπουργός Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως, Απόστολος Δοξιάδης, έχοντας υπόψιν τις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος (ΦΕΚ 3Β, 16 Ιανουαρίου 1924), "περί παραχωρήσεως δημοσίων γηπέδων και αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ιδιωτικών για την εγκατάσταση των προσφύγων (1923)", απαλλοτριώνει την κείμενη περιοχή. Η αρχική φάση στέγασης της ΕΑΠ (1924-1926) κάλυπτε περίπου χίλια στρέμματα και επεκτάθηκε (Ιπποδάμεια) προς βορά, σε απόσταση μεγαλύτερη του ενός χιλιομέτρου. Η έκταση αυτή χωρίστηκε -νοητά- σε δυο περιοχές γνωστές με τα ονόματα Αι-Νικόλας και Οσία Ξένη, από τις εκκλησίες που κτίστηκαν σε αυτές. 

Καθημερινότητα στη γειτονιά
Η γειτονιά, από την οπτική της «χωρο-κοινωνικής κλίμακας» (Βαḯου κ.α. 2007:175), προσεγγίζεται όχι «ως μια οριοθετημένη περιοχή», αλλά ως «ένα σημείο συνάρθρωσης σε πλέγματα κοινωνικών σχέσεων και επαφών» (Μάσσεϋ 1995:61). «Οι κοινωνιολογικές προσεγγίσεις της γειτονιάς, συνέδεσαν τη γειτονιά ως τμήμα πόλης με την έννοια της ‘κοινότητας’, όπου έχουν σημασία όχι μόνο τα γεωγραφικά όρια του χώρου, αλλά και, κυρίως, τα κοινωνικά δίκτυα, η συγκινησιακή και συμβολική σημασία για τους κατοίκους, η συγκρότηση ταυτότητας συναρτημένης με τον τόπο [...]. Από την οπτική αυτή, η γειτονιά συγκροτείται ως χωρική ενότητα μικρής κλίμακας, που υπάρχει χάρη στις προσωπικές επαφές και τις αναφορές σε ένα (κοινό) παρελθόν" (Βαḯου κ.α. 2007:12). Η αντίληψη γειτονιάς-κοινότητας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό "στα τοπικά συγγενικά και έμφυλα δίκτυα γειτόνων, όπου η σταθερότητα και η διάρκεια των δεσμών εξασφαλίζονταν από τις σχέσεις αλληλοβοήθειας μεταξύ γυναικών (κυρίως μητέρας-κόρης)» (Βαḯου κ.α. 2007:12). 
Σε αντίθεση προς τον οργανωμένο χαρακτήρα των αγροτικών προσφυγικών εγκαταστάσεων στη Βόρεια Ελλάδα, ο εποικισμός στον Πειραιά έγινε χωρίς να ληφθεί υπόψη ο τόπος καταγωγής. Σε ολόκληρη την Κοκκινιά, η σχετική ιεράρχηση των περιοχών αντανακλούσε τις κοινωνικές διακρίσεις που βασίζονταν στην ιδιαίτερη καταγωγή, το "χαρακτήρα" και το "ήθος", παρά τις ταξικές διαφορές. (Χίρσον 2004). Συγκεκριμένα για το παράδειγμα της Νίκαιας αναφορικά με όσα είπαμε προηγουμένως, τα Γερμανικά με τους πολλούς Σμυρνιούς θεωρούνταν περιοχή θορυβώδης, με πολλούς καβγάδες, περιοχή Οσίας Ξένης: ήσυχη και νοικοκυρεμένη γειτονιά προέλευση κατοίκων κυρίως από Πόντο και κεντρική Μικρά Ασία., στον Άη Νικόλα, διέμεναν "οι αριστοκράτες της Κοκκινιάς", οι Κωνσταντινουπολίτες. Φαίνεται πως αυτή η τάση υποδηλώνει πως οι πρόσφυγες, στην προσπάθειά τους να μετατρέψουν τους "χώρους" σε "τόπους" χρησιμοποίησαν χαρτογράφηση της περιοχής ως μέσο προσανατολισμού, αποδίδοντας συγκεκριμένες ιδιότητες σε τμήματα του νέου οικισμού προβάλλοντας ένα οικείο γι' αυτούς τοπίο πάνω στον άγνωστο χώρο και δημιουργώντας μια τοπογραφία της κοινωνίας τους στον οικισμό. Η μνήμη αποτελούσε τον αποφασιστικό παράγοντα, για τη χαρτογράφηση του παρόντος με βάση την τοπογραφία του παρελθόντος. "Η επιβίωση τοπικών χαρακτηριστικών και πολιτισμικών αντιλήψεων αναδεικνύεται σε σημαντική κοινωνιολογική παράμετρο" (Χίρσον 2004). 
Η έντονη ζωντάνια ήταν ένα από τα πιο εντυπωσιακά και χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Κοκκινιάς και άλλων παλιών προσφυγικών συνοικισμών τη πόλης. Στην πατρίδα των προσφύγων, πριν από το διωγμό, η ζωή της γειτονιάς ήταν πολύ ανεπτυγμένη και μάλιστα με χαρακτηριστικό τρόπο. Κατά κύριο λόγο, οι διάφορες εθνοτικές ομάδες κατοικούσαν σε ξεχωριστές συνοικίες της ίδιας πόλης - καθεμία είχε, όπως έλεγαν, το δικό της συνοικισμό, το δικό της μαχαλά. "Οι ηλικιωμένοι έφερναν συχνά στη μνήμη τους τις σχέσεις γειτονιάς που υπήρχαν σε κάθε μαχαλά, καθώς και ανάμεσα στους διάφορους μαχαλάδες της πόλης. Οι αναμνήσεις αυτές μετά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα, έπαιξαν σίγουρα ρόλο στην εκ νέου θέσπιση κοινωνικών σχημάτων ανταλλαγής, τα οποία προσέδωσαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στη ζωή των προσφυγικών συνοικισμών, καθώς βασίζονταν στην αναγνώριση της αμοιβαιότητας, της αλληλεξάρτησης και της ανάγκης για συνεργασία". (Χίρσον 2004: 304)
Όπως περιγράφει πολύ γλαφυρά ο Τσοκόπουλος (2002) "Η μορφολογία της καθημερινής ζωής συνοψίζεται στις δύο αντίθετες όψεις της μέρας και της νύχτας. Η μέρα είναι αφιερωμένη στη δουλειά. Με το σούρουπο η όψη αλλάζει. Η Κοκκινιά γίνεται η «θορυβώδης προσφυγούπολις που ξέρει να ζήσει τη νύκτα», σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Ακροπόλεως το 1934. Γράφει ο Χρ. Λεβάντας σ' αυτό το τελευταίο: «Από τη στιγμή που θ' ανάψουν τα πρώτα φώτα η Νέα Κοκκινιά παίρνει μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα». Σύμφωνα με όλες τις πηγές, η νυχτερινή ζωή στη Κοκκινιά είναι η πιο πλούσια απ' όλους τους προσφυγικούς συνοικισμούς . Θέατρα, κινηματογράφοι, χοροδιδασκαλεία, Καραγκιόζης, λούνα παρκ και άλλα υπαίθρια θεάματα, που κατακλύζονται από θαμώνες".
Η αυξημένη κοινωνικότητα και εξωστρέφεια της κοκκινιώτικης καθημερινότητας εκφράζεται κυρίως με τις παρακάτω μορφές:

Η γειτονιά και το σπίτι
Σύμφωνα με τη Λεοντίδου (2002) στις ελληνικές λαϊκές συνοικίες το σπίτι αντιμετωπιζόταν ως αξία χρήσης κι όχι ως ανταλλακτική αξία. Στην περίπτωση των γειτονιών της Νίκαιας, η βάση της γειτονιάς ήταν καταρχήν εδαφική και περιλάμβανε όλους όσους ζούσαν κοντά, είτε υπήρχαν σχέσεις μεταξύ τους είτε όχι. […] "Από μόνο του, όμως, το κριτήριο της γεωγραφικής εγγύτητας, αν και αναγκαίο, ήταν ανεπαρκές, γιατί η γειτονιά δεν περιλάμβανε ποτέ ένα ολόκληρο τετράγωνο: οικογένειες που ζούσαν "πλάτη με πλάτη" δεν ήταν γείτονες. Συνεπώς το πιο καθοριστικό γνώρισμα ήταν η οπτική επαφή, δηλαδή κατά πόσο βλέπονταν σε καθημερινή βάση. Η γειτονιά δεν είχε συγκεκριμένο σχήμα ή έκταση. Τα όριά της εξαρτιόνταν από τυχαίους παράγοντες όπως η θέση του σπιτιού και η γειτνίαση με συγγενείς ή κουμπάρους, αλλά και από ατομικούς, όπως η προσωπικότητα, η κοινωνικότητα και η ηλικία του κάθε ατόμου. Η γειτονιά οριζόταν σε σχέση με ένα σπίτι ή οικόπεδο και ήταν ίδια για όσους συγκατοικούσαν σε αυτό, αλλά συγχρόνως αποτελούσε και μια υποκειμενική νοητική κατασκευή που εξαρτιόνταν από ατομικούς παράγοντες". (Χίρσον 2004:305) 
Χαρακτηριστική είναι η ύπαρξη μικρών αυτοσχέδιων χώρων - "όπως μια αναπάντεχη διαπλάτυνση του πεζοδρομίου ή μια οργάνωση της γωνιάς του δρόμου με τον υπαίθριο εξοπλισμό κάποιου καφενείου". (Γκιζελή 1984:119) Το πεζοδρόμιο συχνά γινόταν μια προέκταση του σπιτιού, πλήρως εκτεθειμένη σε δημόσια θέα: "η κοινότητα και η οικογένεια αναμειγνυόταν. Δε θα μπορούσε κανείς να διακρίνει αν το κατώφλι του σπιτιού και η παρέα των φίλων αποτελούν μέρος του σπιτιού και της δικής τους ζωής ή κομμάτι της ζωής της γειτονιάς - φαινόμενο αυθόρμητης και παροδικής οικειοποίησης του δημόσιου χώρου" (Χίρσον 2004:141). […] Η μονοτονία των σπιτιών, που συνήθως χτίζονταν σε σειρές, διακοπτόταν από τις πρωτοβουλίες των οικιστών (Λεοντίδου 2002). Στη συντήρηση της όψης του σπιτιού αφιέρωναν πολύ χρόνο και ενέργεια, ιδίως οι γυναίκες, των οποίων η φήμη εξαρτιόταν από την ικανότητά τους στη διαχείριση του σπιτιού. Τουλάχιστον δυο φορές το χρόνο έβαφαν τους τοίχους κι τα παντζούρια, πριν από τις μεγάλες γιορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων, ενώ οι πιο επιμελείς νοικοκυρές ασβέστωναν κάθε λίγες βδομάδες τα σκαλιά, τις γλάστρες, ακόμα και τους φανοστάτες και τις άκρες των πεζοδρομίων (Χίρσον 2004:141).
Όπως αναφέρει η Λεοντίδου (2002), εντύπωση προκάλεσε στους ερευνητές της δεκαετίας του 1970 η επιμονή των γυναικών στα Γερμανικά της Νίκαιας να διατηρούν έναν ιδιωτικό χώρο κουζίνας, ανεξάρτητα από το πόσο μικρός μπορεί να ήταν αυτός. Οι αρχιτέκτονες συνήθιζαν να δίνουν κοινόχρηστες κουζίνες σε φτωχογειτονιές αλλού στον κόσμο, ενώ οι Ελληνίδες επέμεναν να μην τις μοιράζονται, ούτε καν με συγγενείς. Η στενότητα χώρου στα μικρά προσφυγικά σπίτια διαμόρφωνε δωμάτια πολλαπλών χρήσεων κι ανάγκαζε την οικογένεια να περνά το μεγαλύτερο μέρος του ελεύθερου χρόνου της στον υπαίθριο χώρο, ιδιαίτερα στις αυλές, που συχνά χρησίμευαν και ως κουζίνες κι εργαστήρια, και στα κατώφλια. Οι γυναίκες οικειοποιούνταν την προέκταση της κατοικίας τους: το κατώφλι , το πεζοδρόμιο , τους κοινόχρηστους χώρους της γειτονιάς. Οι άντρες συγκεντρώνονταν στα καφενεία, όπου ο κοινωνικός αποκλεισμός των γυναικών ήταν απόλυτος και αδιαπραγμάτευτος. Στην πόλη οι γυναίκες δεν κυκλοφορούσαν, (εκτός αν ήταν "Κακόφημες")".
Στα σπίτια χαρακτηριστική είναι η αρμονική διαδοχή των υπαίθριων τμημάτων και των τμημάτων που αποτελούσαν το δομημένο σώμα του κτιρίου: αίθρια, αυλές, υπαίθριοι σκεπασμένοι διάδρομοι, μισοϋπαίθρια, μισοεσωτερικά της κατασκευής, που συνθέτουν ένα από τα πιο πλούσια κεφάλαια της ελληνικής λαϊκής ανώνυμης αρχιτεκτονικής. Παρατηρούμε, λοιπόν ότι αναπτύσσονται χώροι ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό, που διασφαλίζουν μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής ζωής των ατόμων την αρμονική εναλλαγή του ιδιωτικού με το κοινοτικό. Το κέντρο αυτών των "ενδιάμεσων περιοχών είναι η αυλή - εξέλιξη του αρχαίου αίθριου - τοποθετημένη στο κέντρο του κτιρίου ή στην άκρη του, ανοικτή προς το δρόμο". (Γκιζελή 1984:118) 
Σύμφωνα με τη Λεοντίδου (2002) διακρίνουμε ότι υπήρχαν πέντε τύποι κατοικιών στη Νίκαια: 
  • Διώροφα συγκροτήματα πολλών οικημάτων που δημιουργούσαν τετράγωνα γύρω από ένα αίθριο για κοινόχρηστους χώρους. Αυτές είναι και οι αρχιτεκτονικές μορφές που διαφοροποιούν τη Νίκαια από άλλους προσφυγικούς οικισμούς. Οι μακρόστενες διώροφες κατοικίες με κλιμακοστάσια απέξω και γύρω από ένα αίθριο από μέσα, με τα λουλούδια , τα πλυντήρια και τα πηγάδια να ποικίλλουν την αστική μονοτονία, είναι πρωτότυπες κι ανύπαρκτες αλλού στην πρωτεύουσα. 
  • Διώροφες κατοικίες που στέγαζαν δύο οικογένειες η καθεμιά. 
  • Ισόγεια οικήματα μ' ένα δωμάτιο και κουζίνα, ένα υποτυπώδες σπίτι 32 τ.μ. για κάθε οικογένεια με κοινόχρηστους χώρους υγιεινής. 
  • Οι γερμανικές παράγκες , ένας τύπος λυομένων που έστειλαν οι Γερμανοί ως αποζημίωση για τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο και στήθηκαν στα βόρεια του οικισμού. 
  • Ευτελείς πρόχειρες κατασκευές από αυτοστέγαση σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε ή αγοράστηκε και από το κράτος. 

Ο βιοπορισμός
Στην Κοκκινιά γεννιούνται εργοστάσια με στοιχειώδεις εγκαταστάσεις που αναπτύχθηκαν γρήγορα συγκροτώντας έναν ανθηρό κλάδο της πειραϊκής βιομηχανίας. «Η συγκεκριμένη κατανομή του εργατικού πληθυσμού στις πειραϊκές γειτονιές της δεκαετίας του 1930 συσχετιζόταν με τις τοπικές αγορές εργασίας που κάλυπταν τις ανάγκες της βιομηχανικής παραγωγής, αλλά και με την εσωτερική ιεράρχηση των τοπικών αγορών εργασίας (γηγενείς- πρόσφυγες, ανδρική-γυναικεία εργατική δύναμη, ‘ειδικευμένη-ανειδίκευτη’ εργασία» (Παπαστεφανάκη 2004). Το 1926 δέκα εργοστάσια στην Κοκκινιά απασχολούσαν 800 εργάτες - γυναίκες κατά κύριο λόγο. Πολλές άλλες, χήρες και ορφανές, συμπλήρωναν τα εισοδήματά τους με οικιακή εργασία με το κομμάτι. Το 1934 υπήρχαν στο βόρειο τμήμα του Πειραιά 30 εργοστάσια ταπητουργίας, τα 15 από τα οποία στην Κοκκινιά (Τσοκόπουλος 2002).
Στα ζητήματα απασχόλησης θα βρούμε την αποκρυστάλλωση μιας ευρύτατης άτυπης οικονομίας στην Κοκκινιά, στον Πειραιά, στην Αθήνα, στις πόλεις της Ελλάδας ολόκληρης, που ξεκίνησε με κρατική πρωτοβουλία. Ο άτυπα εργαζόμενος είναι αυτοαπασχολούμενος, συνήθως με το κομμάτι , πλανώδιος ή μικροπωλητής σε περίπτερα πρόχειρα. Μιλάμε για την ευελιξία αυτών των μορφών εργασίας από άποψη ρυθμού δουλειάς κι ωραρίου, αμοιβών, εξασφάλισης, αλλά και παραγόμενου προϊόντος. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι η ανάπτυξη της οικοτεχνίας στην Καισαριανή και στη Νίκαια. Συγκεκριμένα στη Νίκαια, στα δυτικά της συνοικίας Μανιάτικα, πρόσφυγες δίπλα σε Πελοποννήσιους μετανάστες ανέπτυξαν την άτυπη κατ' οίκον εργασία μέχρι και τις μέρες μας. Στην Κοκκινιά η άτυπη οικονομία συνυπήρξε με τη δουλειά στο εργοστάσιο, που οδηγούσε τους εργάτες σε συνειδητοποίηση , διεκδικητικά κινήματα, συνδικαλισμό. Όμως και οι πληθυσμοί που δούλευαν άτυπα δεν έμειναν απαθείς και συντηρητικοί (Λεοντίδου 2002). 

Η διασκέδαση και το τραγούδι 
Η Κοκκινιά γεμίζει από τα πρώτα χρόνια με πλήθος ταβέρνες, μπαρ όπου ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός κάθε ηλικίας διασκεδάζει τα βράδια. Το τραγούδι, από τραγουδιστές ή αυτοσχέδιο, οι ανατολίτικοι αμανέδες, τα σμυρναίικα και τα ρεμπέτικα τραγούδια γεμίζουν τον αέρα της πόλης. «Όλα αυτά μετά τις 8 μ.μ. είναι γεμάτα κόσμο), αναφέρει το ρεπορτάζ της Ελληνικής το 1926. «Οι ταράτσες των ζυθοπωλείων είναι πρόχειρα ντάνσινγ κ.α. Τα ζεύγη χορεύουν εκεί από τη δύση του ηλίου μέχρι πολύ μετά τα μεσάνυχτα. Η μπύρα τρέχει, ο χορός μεταβάλλεται σε τρέλα, τα όργανα βουίζουν, τα γκαρσόν ια -κυρίως γυναίκες- δεν αδειάζουν να δέχονται παραγγελίες [...]. Τις Κυριακές μάλιστα βρίσκεται μέσα σε ένα ατέλειωτο πανηγύρι». Η εξωστρέφεια αυτή, ο πολιτισμός της διασκέδασης, της χαράς της ζωής δεν περιορίζεται όμως μόνο στα βραδινά κέντρα διασκέδασης. Οι πρόσφυγες που φεύγουν για εποχικές δουλειές έξω από την πόλη τους (φύτεμα καπνού, μάζεμα ελιάς) κουβαλάνε μαζί τους τα μαντολίνα και τραγουδάνε στο διάλειμμα της εργασίας τους. Μετατρέπουν σε τραγούδι όλα τα βιώματα της ζωής τους. (Τσοκόπουλος 2002). Είναι χαρακτηριστική η περιγραφή που διατύπωσε ο Μάρκος Βαμβακάρης, σύμφωνα με τα λεγόμενα του οποίου «αυτοί οι άνθρωποι ήταν μαθημένοι να δουλεύουνε και να γλεντάνε. Όλοι οι πρόσφυγες μηδενός εξαιρουμένου. Μπορεί να δούλευε όλη τη βδομάδα σα σκύλος, αλλά το Σαββατοκύριακο πήγαινε να γλεντήσει. Να βγει, να πάει, να δείξει, να κάνει» (Βέλλου-Κάιλ, 1978, 10).
Ο βίαιος κοινωνικός και πολεοδομικός μετασχηματισμός, αποτυπώνεται σε όλες τις πτυχές της συλλογικής ζωής άρα και της μουσικής δημιουργίας. Η λαϊκή αστική μουσική, αποτελεί θεμελιώδες κομμάτι της ζωής στις εργατικές και προσφυγικές γειτονιές. Ανθίζει το ρεμπέτικο τραγούδι το οποίο έμελλε να καθορίσει τη μεταγενέστερη λαϊκή μουσική, παρά τις κατασταλτικές πρακτικές που το πλήττουν από τις απαρχές του. Ως μουσικό είδος, αναδύεται μέσα από ένα πλέγμα κοινωνικών σχέσεων που αναπτύσσονται στις γειτονιές στις οποίες άνθισε. Αποτελεί αποτέλεσμα των κοινωνικών μετασχηματισμών που προκάλεσαν η έντονη αστικοποίηση σε συνδυασμό με τη μικρασιατική καταστροφή και τη διαδικασία πολιτισμικής ομογενοποίησης. Η "Πειραιώτικη" περίοδος του ρεμπέτικου, διαδέχεται τη "Σμυρνέικη", κι αφηγείται στα ίδια τα τραγούδια τη νέα πραγματικότητα. Κατά τον Σ. Δαμιανάκο (2001: 2), το ρεμπέτικο τραγούδι αποτελεί έναν τρόπο πολιτισμικής έκφρασης που μαρτυρά την ύπαρξη "εστιών παραγωγής συλλογικών κι αυθεντικά λαϊκών καλλιτεχνικών δημιουργημάτων στο αστικό περιβάλλον που φέρνουν στην επιφάνεια καινούργιες μορφές πολιτισμικής έκφρασης, πρωτότυπες και πηγαίες, που αντιστοιχούν σε σαφώς καθορισμένες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες μετά τις μεγάλες κοινωνικοοικονομικές ανακατατάξεις που προκαλεί η εισβολή των καπιταλιστικών σχέσεων στην παραδοσιακή κοινωνία, δε βρίσκουν πια θέση στο κρατούν σύστημα και απορρίχνονται στο περιθώριο της αστικής οικονομικής τάξης και κουλτούρας." Σταδιακά, διαδίδεται σε άλλες εργατικές και προσφυγικές γειτονιές αποτελώντας τον πιο προσφιλή τρόπο διασκέδασης και έκφρασης πολύ πριν γίνει αποδεκτό από την αστική τάξη.

Η παραπάνω διαδικασία, χαράζει πάνω στον πολεοδομικό ιστό μία νέα πραγματικότητα με ιδιαίτερες πολιτισμικές διαστάσεις, ταυτόχρονα με τη συγκρότηση ενός κοινωνικού στρώματος με σαφή ταξική ταυτότητα. Εξάλλου, η πολιτισμική διαφοροποίηση των διαφόρων οικιστικών ζωνών, αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης της πόλης. Η φυσιογνωμία αυτή, κάθε άλλο παρά μονοδιάστατη δεν είναι: πρόκειται για το δυναμικό αποτέλεσμα που προκύπτει από τη συνάντηση ενός αστερισμού ταυτοτήτων και σχέσεων σε έναν δεδομένο χώρο, όπου η τοπική ιδιαιτερότητα δεν αναπαράγεται ως αποτέλεσμα ενός μακραίωνου παρελθόντος αυστηρά τοπικού χαρακτήρα, αλλά ανακύπτει μέσα από την θεώρηση αυτού του τόπου, και τους άλλους τόπους που συνδέονται με αυτόν (Massey, 1995:61). Εν κατακλείδι, το προσφυγικό στοιχείο έφερε «δυνάμει» μέσα του τη μελλοντική και κοινωνική διαστρωμάτωση και αναδιαρθρώθηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση της παλαιάς οικονομικής και κοινωνικής δομής και εν τέλει εντάχθηκε «κατά τάξεις» στους κόλπους των ομολόγων κοινωνικών τάξεων της ελληνικής κοινωνίας. Το αναμφισβήτητα βίαιο συμβάν της Μικρασιατικής καταστροφής και ο βίαιος πολεοδομικός μετασχηματισμός, έδωσαν σταδιακά τη θέση τους στην αναδιοργάνωση της ζωής γεννώντας μια νέα προοπτική...


Βιβλιογραφικές και αρχειακές πηγές
Αναγνωστοπούλου Σ., 2006, "Κοινωνικές και πολιτισμικές επιδράσεις από την εγκατάσταση προσφύγων", Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών - πτυχές μιας εθνικής σύγκρουσης, (Σειρά μελετών), Αθήνα: Κριτική 
Βαḯου Ντ. (κ.α.), 2007, Διαπλεκόμενες καθημερινότητες και χωροκοινωνικές 
μεταβολές στην πόλη. Μετανάστριες και ντόπιες στις γειτονιές της Αθήνας, Αθήνα: L-Press. 
Βέλλου – Κάιλ Α., Βαμβακάρης Μάρκος, 1978, Αυτοβιογραφία, Αθήνα, Παπαζήσης, 
Γκιζελή Βίκα, 1984, Κοινωνικοί μετασχηματισμοί και προέλευση της κοινωνικής κατοικίας στην Ελλάδα 1920-1930, Αθήνα: Επικαιρότητα 
Δαμιανάκος, Σ., 2001, (α' έκδοση 1976), Kοινωνιολογία του Pεμπέτικου, Eρμείας, Aθήνα), Αθήνα: Πλέθρον
Κρεμμυδάς, Β., et al, 11 & 12 Απριλίου 1997, Ο ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα - οι προσφυγουπόλεις στην Ελλάδα, Επιστημονικό Συμπόσιο, Αθήνα : Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (ιδρυτής: Σχολή Μωραΐτη)
Κυραμαργιού Ε., «Δραπετσώνα, οικιστική συγκρότηση και κοινωνικοί μετασχηματισμοί σε ένα εργατικό προάστιο, 1922-1927», Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, 2015 
Κωστής Κ., 2015 Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας, Αθήνα: Πόλις 
Λεοντίδου, Λ., 2001 (1989), Πόλεις της Σιωπής, εργατικός εποικισμός της Αθήνας και του Πειραιά 1909-1940, Αθήνα: Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ 
Μιχελή Λ., 1993, Πειραιάς - Από το Πόρτο Λεόνε στη Μαγχεστρία της Ανατολής, Αθήνα: Γαλάτεια 
Μούργου Α., Παναγοπούλου Κ., Σμυρνή Α., 2012, «Δραπετσώνα: η συγκρότηση μιας προσφυγικής-εργατικής γειτονιάς», Διπλωματική Διάλεξη, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχ. ΕΜΠ 
Πολύζος Ι., 1978, Processus d' urbanisation en Grèce, 1920-1940. Formation et organisation de l'espace urbain 
Hirschon Renne, 2004, Κληρονόμοι της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η κοινωνική ζωή των μικρασιατών προσφύγων στον Πειραιά, Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ.
Lefebvre H., 1991, Critique of Everyday Life, London, New Υork: Verso
Mαντουβάλου M., Mαυρίδου M., 1993, «Αυθαίρετη Δόμηση: Mονόδρομος σε αδιέξοδο;», Δελτίο Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, 7, σελ. 77-108, Αθήνα 
Μάσσεϋ Ντ., 1995 (1991), «Η Παγκοσμιότητα του Τοπικού», μτφ. Γ. 
Παρασκευόπουλος, Η Νέα Οικολογία, τευχ.134, σελ. 56-61. 
Μάσσεϋ Ντ., 2008 (2005), Για το Χώρο, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα 
Παπαστεφανάκη Λ., 2009, Εργασία, Τεχνολογία και φύλο στην ελληνική βιομηχανία, Η κλωστοϋφαντουργία του Πειραιά (1870-1940), Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης. 
Προύσαλη Ε. (κ.α.), 2002, Τα προσφυγικά σπίτια της Νίκαιας, Λεύκωμα μνήμης 1922-2002: 80 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, Δήμος Νίκαιας, Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος Λιβάνη. λης μέσα απμος Νίκαιας, Αθήνα: Ε 
Τζαχρήστα Μ., 2013, "Οι χώροι του ρεμπέτικου", Διπλωματική Διάλεξη, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχ. ΕΜΠ 
Τούση Ε., "Χωροκοινωνικοί συσχετισμοί - μετασχηματισμοί στη Νίκαια: Από την προσφυγική εγκατάσταση στη σημερινή εικόνα", Γεωγραφίες, Τεύχος 21, Άνοιξη 2013, Αθήνα: Εξάντας 
Αρχείο Γ. Βεράνη 
Αρχείο Σαρηγιάννη 
Αρχείο Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος ΕΜΠ 
Εφημερίδα Η Καθημερινή, ένθετο 7ημέρες 
Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων 
National Geographic 
www.taxydromos.gr 
http://www.ehw.gr/asiaminor 

No comments:

Post a Comment